Οι βίγκαν έχουν λιγότερη ποικιλία βακτηρίων στο έντερο, σύμφωνα με μελέτη σε 150 Δανούς
Μελέτη σε 150 Δανούς βρήκε ότι οι vegans έχουν μικρότερη ποικιλία μικροβίων, παρά τις περισσότερες φυτικές ίνες, αλλά και καλύτερους δείκτες μεταβολικής υγείας.

Διατροφή με αποκλειστικά φυτικά τρόφιμα, σχεδόν 70% περισσότερες φυτικές ίνες από όσους τρώνε τα πάντα — και παρ' όλα αυτά λιγότερα διαφορετικά βακτηριακά είδη στο έντερο. Αυτό είναι το εύρημα που ανέτρεψε τις προσδοκίες ομάδας ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Microbiome».

Στη σύγκριση πήραν μέρος 150 υγιείς ενήλικες 18 έως 65 ετών από αστικές περιοχές της Δανίας. Οι μισοί, 75 άτομα, ακολουθούσαν vegan διατροφή τουλάχιστον έναν χρόνο — κατά μέσο όρο περίπου εξίμισι χρόνια — ενώ οι υπόλοιποι κατανάλωναν χωρίς περιορισμούς φυτικά και ζωικά προϊόντα. Επί τέσσερις ημέρες, δύο καθημερινές και δύο του Σαββατοκύριακου, ζύγιζαν και κατέγραφαν κάθε γεύμα και σνακ. Έδωσαν ακόμη δείγματα κοπράνων, αίματος και ούρων, που αναλύθηκαν σε εργαστήρια στη Γαλλία και τη Βρετανία. Αποκλείστηκαν όσοι είχαν εντερικά προβλήματα, έγκυες και θηλάζουσες, καθώς και όσοι είχαν πάρει αντιβιοτικά ή προβιοτικά στους τρεις μήνες πριν.

Η έκπληξη ήρθε από την πρωτεΐνη
Η βακτηριακή ποικιλομορφία μετρήθηκε χαμηλότερη στους vegans στις περισσότερες εξετάσεις. Η εξήγηση που εξετάζουν οι ερευνητές δεν έχει να κάνει με τις ίνες αλλά με το πόσο πρωτεΐνη έβαζαν στο πιάτο τους: στους vegans κάλυπτε το 12% της ημερήσιας ενέργειας, έναντι 17% στους παμφάγους, με τις θερμίδες συνολικά να είναι περίπου ίδιες.
Όσοι από τους vegans έπαιρναν περισσότερη πρωτεΐνη εμφάνιζαν ποικιλία βακτηρίων ανάλογη με εκείνη όσων έτρωγαν κρέας. Το ίδιο συνέβαινε και με όσους είχαν περισσότερα χρόνια φυτικής διατροφής πίσω τους. Πρωτεΐνη, διάρκεια διατροφής και ηλικία μαζί έφταναν να εξηγούν ένα σημαντικό μέρος των διαφορών μέσα στην ίδια την ομάδα των vegans, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται σχέση αιτίας και αποτελέσματος.

«Επειδή οι vegans καταναλώνουν αποκλειστικά φυτικές τροφές και, επομένως, προσλαμβάνουν μεγάλες ποσότητες φυτικών ινών και άλλων φυτικών συστατικών που προάγουν την υγεία και διεγείρουν το μικροβίωμα του εντέρου, περιμέναμε ότι θα είχαν μεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλομορφία από τους παμφάγους. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη», λέει ο καθηγητής Oluf Borbye Pedersen, από το Ίδρυμα Novo Nordisk και το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.
Δεύτερη έκπληξη: οι δείκτες υγείας
Γιατί τότε η μελέτη δεν λέει ότι η vegan διατροφή «χαλάει» το έντερο; Επειδή η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Στο αίμα, οι vegans είχαν χαμηλότερο σάκχαρο σε δύο καθιερωμένες εξετάσεις, χαμηλότερη ολική και «κακή» χοληστερόλη, λιγότερα λευκά αιμοσφαίρια και χαμηλότερη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, δείκτη φλεγμονής. Πίεση και σωματικό μέγεθος ήταν παρόμοια στις δύο ομάδες.
Από τα 109 βακτηριακά είδη που διέφεραν, τα 82 εμφανίζονταν συχνότερα σε όσους έτρωγαν κρέας και τα 27 στους vegans. Δύο από τα «κρεατοφαγικά», τα Streptococcus thermophilus και Lactococcus lactis, βρίσκονται στα γαλακτοκομικά. Στους vegans υπερτερούσαν μικροοργανισμοί που διασπούν τις φυτικές ίνες, ενώ συχνότερο ήταν και το Blastocystis, που έχει συνδεθεί με χαμηλότερη αρτηριακή πίεση. Όσοι έτρωγαν κρέας είχαν επίσης υψηλότερα επίπεδα ΤΜΑΟ στα ούρα, ένωσης που παλαιότερες μελέτες συνδέουν με προβλήματα στην καρδιά και στα νεφρά.

Κι όμως, στο επίπεδο των λειτουργιών τα δύο μικροβιώματα έμοιαζαν εντυπωσιακά: από 320 σύνολα γονιδίων που εξετάστηκαν, μόνο τέσσερα διέφεραν. Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι δεν μετράει μόνο πόσα είδη φιλοξενεί κανείς, αλλά και τι κάνουν.
«Το έντερό μας είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο οικοσύστημα. Μπορούμε να το παρομοιάσουμε με ένα τροπικό δάσος, το οποίο λειτουργεί καλύτερα όταν φιλοξενεί όσο το δυνατόν περισσότερα διαφορετικά είδη», εξηγεί ο Pedersen.
Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι η μελέτη είναι μικρή και παρατηρητική — καταγράφει δηλαδή συνήθειες που ήδη ακολουθούσαν οι συμμετέχοντες — άρα δεν μπορεί να αποδείξει τι προκαλεί τι. Γι' αυτό δεν διατυπώνει διατροφικές συστάσεις. Τονίζει όμως ότι η επαρκής πρόσληψη θρεπτικών συστατικών μετράει σε κάθε διατροφικό πρότυπο και ότι όσοι αποκλείουν τα ζωικά προϊόντα πρέπει να υπολογίζουν συνειδητά την πρωτεΐνη τους: όσπρια, φακές, φασόλια, κινόα, σπόροι chia και κάνναβης, αμύγδαλα και ξηροί καρποί.

Τι ξέρουμε
- Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Microbiome» και έγινε σε 150 υγιείς ενήλικες στη Δανία, 75 vegans και 75 παμφάγους
- Οι vegans είχαν κατά μέσο όρο μικρότερη βακτηριακή ποικιλομορφία αλλά καλύτερους δείκτες σακχάρου, χοληστερόλης και φλεγμονής
- Η πρωτεΐνη κάλυπτε το 12% της ενέργειας των vegans έναντι 17% των παμφάγων
Τι δεν ξέρουμε ακόμα
- Αν η χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης είναι η αιτία της μικρότερης ποικιλομορφίας
- Ποια ποσότητα πρωτεΐνης θα άλλαζε την εικόνα του μικροβιώματος
- Αν τα ευρήματα θα επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερο δείγμα
Διαβάστε ακόμη

Καρκίνος παγκρέατος: η Ελλάδα πρώτη στην Ευρώπη εγκρίνει το δισκίο Daraxonrasib

Ο ΟΠΕΚΑ ερευνά δύο καταγγελίες για τα σχολικά γεύματα στο Αιγάλεω και στο Πέραμα

Σαλμονέλα σε κοτόπουλα «Lidl»: πέντε ανακοινώσεις των αρχών σε 16 ημέρες στην Τσεχία

Η Προσωπική μου Ιστορία με το Σύνδρομο Brugada



Σχόλια
Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια. Γράψε πρώτος τη γνώμη σου.