Η Παναγία Σουμελά που λειτουργεί πλέον ως μουσείο
Σε βράχο πάνω από την κοιλάδα, το μοναστήρι που ίδρυσαν Έλληνες μοναχοί στην Τραπεζούντα λειτουργεί πλέον ως μουσείο, με τις τοιχογραφίες του να «ανασταίνονται» μετά από δεκαετίες βανδαλισμών.

Ένα λιθόστρωτο μονοπάτι, ένας γκρεμός και μετά το θέαμα που κόβει την ανάσα: παρεκκλήσια, αυλές, βιβλιοθήκη, κελιά μοναχών, καμπαναριό, υδραγωγείο και μια πέτρινη κρήνη με αγίασμα, όλα σφηνωμένα σε βραχώδη προεξοχή σχεδόν 300 μέτρα πάνω από μια κατάφυτη κοιλάδα ποταμού στις Ποντιακές Άλπεις, στην επαρχία της Τραπεζούντας. Είναι η Παναγία Σουμελά, το μοναστήρι που χιλιάδες επισκέπτες ανεβαίνουν καθημερινά για να δουν από κοντά — άλλοι ως προσκυνητές, οι περισσότεροι ως ταξιδιώτες που θέλουν να αντικρίσουν ένα οικοδόμημα που μοιάζει να αψηφά τη βαρύτητα.
Πίσω από την εικόνα κρύβεται μια βαριά ελληνική ιστορία. Η παράδοση —που δεν επιβεβαιώνεται ιστορικά— θέλει το μοναστήρι να γεννιέται το 386 μ.Χ., όταν δύο Έλληνες μοναχοί, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος, οδηγήθηκαν στην απομονωμένη περιοχή από όραμα της Παναγίας. Εκείνη τους μίλησε για μια εικόνα ζωγραφισμένη από τον Ευαγγελιστή Λουκά, κρυμμένη κάπου στα βουνά του Πόντου. Οι μοναχοί βρήκαν τελικά το ιερό κειμήλιο — τη σκοτεινή παράσταση της Παναγίας με τον μικρό Χριστό — μέσα στο σπήλαιο που αργότερα στέγασε τον Βραχώδη Ναό, και της έδωσαν το όνομα Παναγία Σουμελά. Το σπήλαιο έγινε τόπος προσκυνήματος για αιώνες.

Από τους βυζαντινούς χρόνους στους σουλτάνους
Το μοναστήρι στη σημερινή του μορφή το ίδρυσαν ορθόδοξοι μοναχοί τον 13ο αιώνα, την εποχή που η περιοχή τελούσε υπό το τελευταίο χριστιανικό βασίλειο. Συνέχισε να ακμάζει και μετά το 1461, όταν οι Οθωμανοί πήραν τον έλεγχο. Όπως εξηγεί ο Λεβέντ Αλνιάκ, υπεύθυνος μουσείων και ιστορικών χώρων της επαρχίας Τραπεζούντας, οι σουλτάνοι έδειξαν ασυνήθιστη ανοχή: «Θεωρούσαν τη Σουμελά ιερό τόπο και βοηθούσαν το μοναστήρι με δωρεές και περισσότερη γη». Κάποιες εκκλησίες μετατρέπονταν σε τζαμιά, οι περισσότερες όμως έμεναν στους χριστιανούς.
Έτσι, το μοναστήρι έμεινε ζωντανή ελληνική ορθόδοξη κοινότητα και ταυτόχρονα κοινός τόπος προσευχής για χριστιανούς και μουσουλμάνους προσκυνητές, ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εγκαταλείφθηκε. Από τη δεκαετία του 1920 ώς τη δεκαετία του 1960 έμεινε αφύλαχτο, εκτεθειμένο σε φωτιές, τυμβωρύχους και βανδάλους.
Σχοινιά στον γκρεμό και ένα κρυφό παρεκκλήσι
Σήμερα λειτουργεί ως κρατικό μουσείο και όχι ως ενεργή μοναστική κοινότητα, και οι εργασίες αποκατάστασης κρατούν χρόνια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν πάντα οι πέτρες που αποκολλώνται. «Για να αποτρέψουμε ζημιές στις κατασκευές και κινδύνους για τους επισκέπτες, βιομηχανικοί αναρριχητές στερέωσαν τον γκρεμό», λέει ο Αλνιάκ. Κρεμασμένοι στο κενό, με ατσάλινα συρματόσχοινα και τεράστιους μεταλλικούς πασσάλους, τοποθέτησαν δίχτυα και φράγματα στο βράχο πάνω από το συγκρότημα.
Οι εργασίες έφεραν και εκπλήξεις. Ένα κρυφό τούνελ οδήγησε σε άγνωστο μέχρι τότε παρεκκλήσι, που ίσως χρησίμευε ως παρατηρητήριο για την άμυνα του μοναστηριού. Στο εσωτερικό του, οι αρχαιολόγοι βρήκαν εντυπωσιακές τοιχογραφίες με θέματα παράδεισου και κόλασης, ζωής και θανάτου.
Γυμνά μάτια, γδαρμένες μορφές
Η συντήρηση των τοιχογραφιών είναι ξεχωριστό κεφάλαιο. Κάθε καλοκαίρι, όσο ο καιρός είναι αρκετά ξηρός, οι επισκέπτες βλέπουν από κοντά τους ειδικούς να καθαρίζουν γκράφιτι και φθορές. «Για χρόνια δεν υπήρχε αρκετός έλεγχος εδώ και είχε γίνει πολύς βανδαλισμός», σημειώνει ο συντηρητής Σενολ Ακτάς, κάνοντας διάλειμμα από μια τοιχογραφία του 18ου αιώνα με την Παναγία να συνομιλεί με άγγελο. Όσοι πέρασαν από εκεί άφησαν ονόματα και συνθήματα πάνω στις μορφές· η αποκατάσταση γίνεται με χρώματα και τεχνοτροπία που μιμούνται τους αρχικούς ζωγράφους.
Στο εσωτερικό του Βραχώδους Ναού, μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά, σώζονται πολύ παλαιότερες εικόνες, του 13ου αιώνα: ο Χριστός και η Παναγία κοιτάζουν από την οροφή, ενώ στους τοίχους απεικονίζονται άγγελοι, απόστολοι και άγιοι, ανάμεσά τους και μια σκληρή σκηνή με τον άγιο Ιγνάτιο να κατασπαράσσεται από λιοντάρια σε ρωμαϊκή αρένα. Στις χαμηλότερες τοιχογραφίες, εκεί όπου έφταναν τα χέρια, πολλά πρόσωπα είναι τυφλά, με τα μάτια γδαρμένα. Κάποιοι μιλούν για σκόπιμη καταστροφή από μουσουλμάνους. Η ξεναγός Οζνούρ Ντοκσέζ, που δουλεύει στη Σουμελά από τη δεκαετία του 1980, όταν ο χώρος άνοιξε στο κοινό, δίνει άλλη εκδοχή: «Η Παναγία είναι ιερή και για τους μουσουλμάνους. Οι ντόπιοι έξυναν τα πρόσωπα, ειδικά τα μάτια, έβραζαν τα ξύσματα και έπιναν το νερό πιστεύοντας ότι θα ευλογηθούν. Δεν ξέρουμε αν αληθεύει, αλλά έτσι λένε».
Το μοναστήρι βρίσκεται στη λίστα των υπό ένταξη μνημείων της UNESCO και διεκδικεί θέση στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς. Μέχρι τότε, η αποκατάσταση συνεχίζεται — και το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι ένα: πόσα ακόμη κρύβει ο βράχος της Τραπεζούντας;
Διαβάστε ακόμη

Πέθανε σε ηλικία 93 ετών ο Τίντο Μπρας, σκηνοθέτης του «Καλιγούλα»

ISENGARD METAL PUB: Η σκοτεινή πλευρά του Πειραιά έχει το δικό της καταφύγιο

Βάνια Αποστολίδου: Όταν το ζεϊμπέκικο συναντά τη ζεστασιά του καφέ στο Ίλιον

ΑΒΡΑΑΜ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Από τον κόσμο της VIP προσωπικής ασφάλειας στον χώρο των premium πούρων.



Σχόλια
Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια. Γράψε πρώτος τη γνώμη σου.